ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ


 Του Ιωάννη Δημητρόπουλου*

Mε την έλευση του Φθινοπώρου και την επάνοδο των Ελλήνων από τις διακοπές τους θα κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους οι δημοσκοπήσεις. Δεδομένου ότι εντός των επόμενων 12 μηνών θα διεξαχθούν οι βουλευτικές εκλογές αυτές θα έχουν την «τιμητική» τους, καθόσον τα ερωτήματα του κόσμου σχετικά με τα ποσοστά των κομμάτων και την αυτοδυναμία θα πυκνώνουν.
Στη συνέχεια παραθέτουμε ορισμένα στοιχεία για αυτά τα θέματα, ώστε ο καθένας να μπορεί μόνος του να «διαβάζει» τις δημοσκοπήσεις και να μην επηρεάζεται από τον τρόπο που τις παρουσιάζουν, τις αναλύουν και τις μεταφράζουν τα ΜΜΕ.
Δημοσκόπηση είναι η κατά προσέγγιση καταγραφή των τάσεων και των προτιμήσεων της κοινής γνώμης που βασίζεται σε συνταγμένο ερωτηματολόγιο επεξεργαζόμενο σύμφωνα με τους κανόνες της στατιστικής . Η δημοσκόπηση καλείται και γκάλοπ προς τιμή του Τζόρτζ Γκάλοπ ιδρυτή του ΑΙoPΟ (AmericanInstituteofPublicOpinion).
Η πιο δημοφιλής εφαρμογή των δημοσκοπήσεων είναι αυτή που αναφέρεται στην πρόθεση ψήφου του εκλογικού σώματος. Κατά την έρευνα αυτή, από τις απαντήσεις ενός μικρού αντιπροσωπευτικού δείγματος, βγάζουμε με επαγωγικό τρόπο συμπεράσματα, ως έγγιστα, για την εκλογική συμπεριφορά ολόκληρου του πληθυσμού. Για να γίνει κατανοητή η εφαρμογή αυτή παραθέτουμε ένα απλοϊκό παράδειγμα. Έστω ότι έχουμε ένα καζάνι φασολάδα το οποίο περιέχει νερό, φασόλια, καρότο, σέλινο, μαϊντανό, τοματοπολτό, λάδι, αλάτι και πιπέρι και θέλουμε να μάθουμε την εκατοστιαία αναλογία των υλικών αυτών. Στην περίπτωση αυτή, είτε πάρουμε για εξέταση όλο το καζάνι είτε μια κουταλιά από το περιεχόμενο του αφού πρώτα το ανακατέψουμε καλά, η εκατοστιαία αναλογία θα είναι η ίδια. Είναι προφανές ότι, σημαντικό ρόλο σε αυτές τις έρευνες παίζει η εκλογή του δείγματος, εάν αυτό είναι αντιπροσωπευτικό τότε το αποτέλεσμα θα προσεγγίζει την πραγματικότητα.
Όλα τα κόμματα, ανεξαιρέτως, όχι μόνο πιστεύουν στις δημοσκοπήσεις, αλλά και τις χρησιμοποιούν ως πολιτικό εργαλείο προκειμένου να βελτιώσουν την εικόνα τους. Προς τούτο δεν αρκούνται στις έρευνες που διεξάγονται για λογαριασμό των ΜΜΕ, αλλά παραγγέλλουν και τα ίδια δικές τους «κυλιόμενες» δημοσκοπήσεις . Kαι ενώ, λοιπόν, οι πάντες γνωρίζουν και αναγνωρίζουν την αξία των δημοσκοπήσεων , εντούτοις όταν τα ευρήματά τους δεν τους ευνοούν επιτίθενται κατ΄αυτών.
Οι δημοσκοπήσεις συχνά δέχονται τα πυρά εκείνων των κομμάτων που υστερούν, είτε ως προς την πρωτιά, είτε ως προς την είσοδό τους στη Βουλή. Η τακτική αυτή είναι τουλάχιστον υποκριτική , καθόσον οι «επιτιθέμενοι» γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα δημοσκοπικά στοιχεία έχουν εξαχθεί με επιστημονικό τρόπο και επομένως τα όποια στατιστικά σφάλματα επηρεάζουν το ίδιο όλα τα κόμματα, παρόλα αυτά για προπαγανδιστικούς και μόνο λόγους καταφέρονται κατά των δημοσκοπήσεων, χρησιμοποιώντας φθηνά επιχειρήματα του τύπου, ότι έχουν αποδειχθεί φιάσκο, αυτές αποτυπώνουν μια φωτογραφία της στιγμής, είναι αναξιόπιστες , πέφτουν έξω, είναι κατά παραγγελία, οι ερωτώμενοι λένε ψέματα και ένα σωρό τέτοιες ανοησίες.
Για την ανάγνωση των δημοσκοπήσεων σημειώνουμε τα εξής:
Πρώτον, να μην επικεντρώνουμε την προσοχή μας μόνο στην πρόθεση ψήφου αλλά και στα άλλα ευρήματα όπως το ποσοστό αναποφάσιστων, τις μετακινήσεις ψηφοφόρων, στην συσπείρωση των κομμάτων , στην συνεκτίμησή των , κλπ. Εάν διαβάσουμε τις δημοσκοπήσεις κατά τον τρόπο που περιγράφεται, τότε θα διαπιστώσουμε ότι όλες οι σοβαρές εταιρείες δημοσκοπήσεων (εταιρείες με εμπειρία και παρελθόν) λένε τα ίδια πράγματα, δηλαδή, καταλήγουν στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα όσον αφορά στην ερμηνεία των αριθμών σε τάσεις και σε ενδείξεις συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος.
Δεύτερον, λόγω των στατιστικών σφαλμάτων, τα οποία συνήθως κυμαίνονται από συν ή πλην 0,5% έως συν ή πλην 3 % ανάλογα με το μέγεθος του δείγματος και το ποσοστό των κομμάτων, ενδεχομένως, τα ποσοστά αυτά όταν γίνουν εκλογές να είναι ελαφρώς διαφοροποιημένα από εκείνα που εκτιμούν/προβλέπουν οι δημοσκοπήσεις. Σημειωτέον ότι, δεν μπορεί να γίνει καμία ασφαλής πρόβλεψη, όταν οι διαφορές των κομμάτων είναι εντός των προαναφερθέντων σφαλμάτων και ιδίως όταν τα ποσοστά τους είναι πολύ κοντά, καθόσον το αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή θα είναι οριακό.
Τρίτον, αυτό που σχεδόν ποτέ δεν έχει διαψευσθεί στα ελληνικά χρονικά είναι η παράσταση νίκης , δηλαδή, η απάντηση στο ερώτημα ποίο κόμμα πιστεύουν οι ψηφοφόροι ότι θα έλθει πρώτο, ανεξάρτητα με το ποίο κόμμα αυτοί θα ψηφίσουν. Προς επίρρωσιν του ισχυρισμού αυτού αναφέρουμε τις εκλογές του 2000, όπου ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ήσαν παρά πολύ κοντά, όμως η αίσθηση του κόσμου, ότι νικητής των εκλογών θα ήταν το ΠΑΣΟΚ επαληθεύθηκε.
Αναφερόμενοι τώρα στην αυτοδυναμία, υπογραμμίζουμε εξ αρχής ότι αυτή είναι καθαρά ζήτημα αριθμητικής. Σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο οι 300 έδρες κατανέμονται ως εξής: Oι 250 έδρες μοιράζονται με απλή αναλογική σ΄όλα τα κόμματα που έχουν ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του 3% των έγκυρων ψηφοδελτίων του εκλογικού σώματος και οι 50 έδρες δίδονται στο 1oκόμμα χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Εάν υπάρχουν κόμματα που μένουν εκτός Βουλής, τότε οι έδρες που αντιστοιχούν στο ποσοστό τους, κατανέμονται αναλογικά σε όλα τα κόμματα που εισέρχονται στη Βουλή.
Ο αριθμός των βουλευτών του 1ου κόμματος εξαρτάται από το ποσοστό που θα λάβει το κόμμα αυτό καθώς και από το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής. Ως βάση για την αυτοδυναμία έχει τεθεί το ποσοστό 40,4%, δηλαδή, 40,4 . 250 /100= 101, στον αριθμό αυτό προσθέτουμε και 50 και προκύπτει πλειοψηφία 151 βουλευτών. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι το 1ο κόμμα με ποσοστό 40,4% θα λάβει τουλάχιστον 151 έδρες, ανεξαρτήτως του αριθμού των κομμάτων που θα εισέλθουν στη Βουλή και της διαφοράς του από το 2ο κόμμα . Ο αριθμός αυτός είναι ο ελάχιστος διότι θα αυξηθεί εάν μείνουν κόμματα εκτός Βουλής. Εάν, π.χ, το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων είναι αθροιστικά 5,6%, τότε οι έδρες του 1ου κόμματος θα είναι 40,4 . 250/94,4 = 106, 9 = 106 έδρες ( στρογγυλοποιείται πάντα προς τα κάτω και στην γ΄ κατανομή εάν περισσεύουν έδρες τις παίρνει αυτός με το μεγαλύτερο υπόλοιπο ), εάν προσθέσουμε και τις 50 έδρες , τότε λαμβάνει το ελάχιστον 156 έδρες.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ρυθμιστικός παράγων για να επιτευχθεί αυτοδυναμία και με ποσοστά μικρότερα του 40,4% είναι το επί τοις εκατό ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων. Και επειδή τα παραδείγματα βοηθούν στην κατανόηση της θεωρίας παραθέτουμε επί τούτω τρία εξ αυτών.
Παράδειγμα 1ο. Έστω ότι το 1ο κόμμα παίρνει ποσοστό 36,8% θα έχει αυτοδυναμία; Εάν δεν υπάρχουν εκτός Βουλής κόμματα η απάντηση είναι όχι, διότι το ποσοστό του είναι μικρότερο από το 40,4% και μάλιστα υπολείπεται κατά 3,6% (40,4-36,8 = 3,6) και αυτό σημαίνει ότι του λείπουν 3,6:0,4 = 9 βουλευτές (διότι σύμφωνα με την κατανομή των 250 εδρών ισχύει ότι, η 1 έδρα αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,4 % των εγκύρων ψηφοδελτίων του εκλογικού σώματος). Συνεπώς, το 1ο κόμμα με 36,8% θα λάβει αυτοδυναμία εάν και μόνο εάν τα εκτός Βουλής κόμματα πάρουν ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο από το 9% των έγκυρων ψηφοδελτίων του εκλογικού σώματος (36,8.250/91 =101 ή 36,8.100/91=40,4%).
Aξιοσημείωτη Παρατήρηση. Με απλές αριθμητικές πράξεις αποδεικνύεται ότι οι επιπλέον έδρες που απαιτούνται για να αποκτήσει αυτοδυναμία το 1ο κόμμα συμπίπτουν, αριθμητικά, με το ποσοστό το οποίο πρέπει να έχουν τα εκτός Βουλής κόμματα για να υπάρξει αυτοδυναμία. Συνεπώς, όταν το 1oκόμμα υπολείπεται κατά 0,4% ,δηλαδή χρειάζεται 1 έδρα, τότε για να υπάρξει αυτοδυναμία θα πρέπει το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων να είναι ίσο ή μεγαλύτερο του1%, αν υπολείπεται κατά 2% τότε τα εκτός Βουλής κόμματα πρέπει να έχουν ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του 5%, διότι σε αυτή την περίπτωση απαιτούνται 5 έδρες (2:0,4 =5),κ.ο.κ.
Παράδειγμα 2ο. Έστω ότι το 1ο κόμμα έλαβε 37,5%, ποίο πρέπει να είναι το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων για να έχει αυτοδυναμία; Το κόμμα αυτό υπολείπεται κατά (40,4-37,5= 2,9) 2,9% που αντιστοιχεί σε 7,25 έδρες (2,9:0,4 = 7,25), δηλαδή, σύμφωνα με την προαναφερθείσα παρατήρηση το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων θα πρέπει να είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 7,25% προκειμένου να υπάρξει αυτοδυναμία. Συνεπώς, το 1ο κόμμα με ποσοστό 37,5% και με 7,25% τα εκτός Βουλής κόμματα αποκτά αυτοδυναμία, διότι 37,5.250/92,75 = 101 έδρες.
Παράδειγμα 3ο. Έστω ότι στη Βουλή μπαίνουν 8 κόμματα, το 1ο κόμμα πήρε 36,2% και τα εκτός Βουλής κόμματα πήραν ποσοστό 11%, τότε το 1ο κόμμα θα λάβει 36,2 . 250/89 +50 =151 έδρες, και τις άλλες 149 θα τις μοιρασθούν τα άλλα 7 κόμματα.
Κλείνοντας, υπογραμμίζουμε για μια ακόμη φορά ότι η δημοσκόπηση είναι μια δειγματοληπτική επαγωγική μέθοδος η οποία προσπαθεί με επιστημονικό τρόπο να δώσει απαντήσεις για τη συμπεριφορά της κοινής γνώμης υπό το πρίσμα αβεβαιοτήτων.

 Ιωάννης Δημητρόπουλος είναι Αντιστράτηγος (ε.α) και Μαθηματικός.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μανώλης Χιώτης: ''Έφυγε'' σαν σήμερα - Στον ιστορικό μώλο της Σκάλας Ωρωπού το 1970, τραγούδησε το Ροδόσταμο

Σε εκπαιδευτική εκδρομή στην Ιταλία, το γενικό λύκειο Σκάλας Ωρωπού "Μίκης Θεοδωράκης"

Στο "Σπίτι με τ’ Αγάλματα" η εκδήλωση του Λυκείου Ελληνίδων Χαλκίδας, για την τέχνη και την τεχνική του κεντήματος της Αυλωνίτικης φορεσιάς

Το Γυμνάσιο του Αυλώνα, στην εκπομπή "ΕΡΤ Report", της ΕΡΤ1

Νέα εκπαιδευτική μονάδα, Ενιαίο Ειδικό Επαγγελματικό Γυμνάσιο - Λύκειο, απέκτησε από χθες ο Ωρωπός